Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008

Η θεώρηση της φύσης

Σπήλαιο Μέσης Παλαιολιθικής Εποχής ( 160.000 π.Χ )
Η επισήμανση συμπλέγματος σπηλαίων στην εκβολή του ποταμού Κλάσις ( νότια ακτή της Νότιας Αφρικής ) ήταν κρίσιμη για την επανεκτίμηση της σημασίας που είχε η Αφρική στη σύγρονη ανθρώπινη εξέλιξη.
Τα θραύσματα ανθρώπινων απολιθωμάτων με σαφή σύγχρονα χαρακτηριστικά χρονολογούνται μεταξύ 75.000 και 110.000 χρόνων, ενώ στην αρχαιολογική ακολουθία καταγράφονται και κάποιες εξέλιγμένες ανθρώπινες σςυμπεριφορές κατά τη διάρκεια της Μέσης Εποχής του Λίθου, όπως είναι η εκμετάλλευση θαλασσινών πηγών διατροφής και η παραγωγή λεπίδων και σύνθετων εργαλείων.
HOMO, Η καταγωγή κι η εξέλιξη του ανθρώπου
Chris Stringer, Peter Andrews
Αν ο άνθρωπος έπαυσε κάποτε να βαδίζει με τα τέσσερα, μόλις εστάθηκε όρθιος, αντίκρισε ένα θέαμα εξαίσιο. Δέντρα, κοιλάδες, βουνά κι επάνω απ’ όλα, ένα γαλάζιο στερέωμα, που το στόλιζαν τη νύχτα χίλια αστέρια. Δηλαδή τα μάτια του υψώθηκαν από το χώμα, κι ενώ πρώτα έβλεπε τα’ αντικείμενα σαν άμορφες μάζες και τ’ ανεγνώριζε προπαντός με την αφή, με την οσμή κι από το χρώμα, τα είδε τώρα ως μορφές και σχήματα, μετέωρα σε μια ατμόσφαιρα ενότητας. Η φύση έκτοτε δεν ερέθιζε πλέον τις αισθήσεις του, απλώς και μόνον για να ευρίσκει τα μέσα συντήρησής του, αλλά του παρείχε κι ένα θέαμα καλλίγραμμο, μια θεωρία μαγική, και μάλιστα, φαινομενικά, χωρίς πρακτικό σκοπό κανένα.
Φυσικό είναι ένα αίσθημα γαλήνης και μεγαλείου να επηκολούθησε, που έκανε τον άνθρωπο να ξεχάσει τον εαυτό του, ακριβώς τη στιγμή που τον έβρισκε. Έτσι η πρώτη αισθητική εντύπωση παρήχθη, αφού κάτω από τον θόλο τ’ ουρανού και μέσα στην μαγική ζώνη του ορίζοντα επρόβαλε ο πλούτος της φύσης μ’ όλη την απειρία των μεταμορφώσεών του ως ενότητα στην ποικιλία. Το κάθε τώρα υπαγόταν στο πανόραμα του όλου.
Αλλά και όταν, με τον καιρό, άρχισε ο άνθρωπος να παρατηρεί ότι τον χειμώνα τον διεδέχετο η άνοιξη, ότι τα πουλιά έφευγαν για να ξαναγυρίσουν, ότι τα λουλούδια μαραινόταν για να ξανανθίσουν, και πως ότι έσπειρε στους αγρούς εφύτρωνε για να του ξαναδώσει τον σπόρο, αισθήματα άρρητα παρακολουθούσαν την κρίση του. Όλη αυτή η περιοδική εναλλαγή, που επαναλάμβανε σε μεγαλύτερη κλίμακα την εναλλαγή του ήλιου και της νύκτας, του υπέβαλλε το αίσθημα του ρυθμού, και με τον ρυθμό η τάξη του κόσμου αποκαλύπτεται.
Εκτός αυτού ο άνθρωπος, πλάνητας στην αρχή, θα επρόσεξε πως αν εδώ η καταιγίδα συνέπαιρνε τα πάντα, εκεί ο ήλιος χρύσιζε, πως αν εδώ ο άνεμος βογκούσε, εκεί η αύρα κυμάτιζε κι αν εδώ το χιόνι σκέπαζε τη φύση, εκεί ανθούσε η χλόη, ώστε ένα συναίσθημα αρμονίας και ισορροπίας των αντιθέσεων ξυπνούσε στην ψυχή του και δικαίωνε την πίστη του πως τίποτα δεν χάνεται. Και γι’ αυτό, προτού να στεγαστούν οι ζωντανοί κατάλληλα, ύψωσαν μεγαλίθους, τύμβους, και μνημεία στους νεκρούς, πιστεύοντας πως η ζωή διαιωνίζεται.
Αλλά αν η φύση είναι γελαστή, είναι και τρομερή όταν ξεσπά η θύελλά της, αν είναι ρυθμισμένη, είναι κι άτακτη στις εναλλαγές της. Είναι αρμονική αλλά κι απότομη στις αντιθέσεις της, μ’ ένα λόγο είναι θεία αλλά και δαιμονική, όμορφη αλλά και άσχημη, καλλίγραμμη αλλά και δίχως σχήμα. Οι αντιθέσεις αυτές θα ήσαν έντονες στην ψυχή του ανθρώπου κι ανίκανος ν’ αντιδράσει στο υψηλό μεγαλείο της φύσης με την υλική δύναμη, άρχισε ν’ αντιδρά με το πνεύμα. Υψώθηκε μέσα του το ερώτημα ποιες είναι οι μεγάλες δυνάμεις, που ζυγίζουν την ισορροπία του σύμπαντος, που αρμονίζουν τη φύση κινώντας τα σύννεφα, τους ανέμους, τα νερά και το φως, ώστε ν’ αναβοσβήνει ρυθμικά ; Γι’ αυτό η ποίηση, σε μίγμα αξεδιάλυτο με τη θρησκεία, στην αρχή, τις θείες αυτές κοσμογονικές δυνάμεις ύμνησε πρώτα και το έργο τους, τον Κόσμο. Αυτές και η αρχιτεκτονική θέλησε να συμβολίσει με τα έργα της.

Στόουνχεντζ (2400 - 1700 π.Χ. ), Μ. Βρετανία
" Ένα ηλιακό αστρονομικό μηχάνημα "
Χαμένοι πολιτισμοί, Καρακωτσόγλου 1999
Στην περιοχή του Στόουνχετζ, στη Νοτιοδυτική Αγγλία, μεταξύ του 2400 και 1700 π.Χ., χτίστηκαν κρόμλεχ, με ανορθωμένους κολοσσιαίους λίθους, που είναι τοποθετημένοι κυκλικά και υποβαστάζουν βαριά υπέρθυρα. Το σύνολο του μνημείου, που κοιτάζει προς το σημείο όπου ανατέλλει ο Ήλιος κατά το θερινό ηλιοστάσιο, ορθώνεται στην άκρη ενός ευθύγραμμου διαδρόμου μήκους 550 μ. κι αποτελεί ένα είδος “ αστεροσκοπείου ” για την παρατήρηση του ουρανού. Το ιερό του Στόουνχετζ, που περιβάλλεται από τάφρο διαμέτρου 125 μ. και ανάχωμα, περιλαμβάνει τρία ομόκεντρα σύνολα ογκόλιθων, τα περιστύλια των οποίων οριοθετούν το χώρο γύρω από το μνημείο.
Ο μεγάλος κύκλος, διαμέτρου 32μ., είχε αρχικά τριάντα περίπου όρθιους μονόλιθους που ενωνόταν με βαριά υπέρθυρα. Περίπου 40 γαλάζιοι ηφαιστιογενείς λίθοι χρησιμοποιήθηκαν για να σχηματίσουν ένα δεύτερο κύκλο μέσα στον πρώτο, και στο κέντρο τους στήθηκαν σε σχήμα πετάλου πέντε τεράστιοι “ τρίλιθοι ” ύψους περίπου 8.00μ., με άνοιγμα προς το διάδρομο στα βόρειο – ανατολικά. Στο εστιακό σημείο αυτής της κατασκευής βρίσκεται ένας επίπεδος ογκόλιθος, ο οποίος αποκαλείται λίθινος βωμός.
Ο πρώτος επιστήμονας που αντιλήφθηκε την λειτουργία του ήταν ο Τζον Σμίθ ο οποίος ανέλυσε τη σημασία του σ’ ένα ημερολόγιο του 1771, βασισμένος σε κάποιες στοιχειώδεις αστρονομικές παρατηρήσεις, όπως ότι κατά το θερινό ηλιοστάσιο, οι ακτίνες του Ήλιου περνούν ανάμεσα από τους δύο τρίλιθους στην άκρη του εσωτερικού πετάλου.
Ο αστρονόμος Φρέντ Χόιλ ( 1915 – 2001 ) ανακάλυψε ότι η όλη κατασκευή έγινε σαν όργανο πρόβλεψης των εκλείψεων. Μονολότι πολλά από τα μυστήρια του Στόουνχετζ, δεν έχουν διαλευκανθεί, γνωρίζουμε ότι χρησίμευε στον καθορισμό του ημερολογίου, του εορτολογίου και των τελετουργιών της ιδιαίτερης θρησκείας του “ πολιτισμού των μεγαλίθων ”.
Αυτός ο πολιτισμός εκτείνεται από την Εγγύς Ανατολή έως τη Μεσόγειο κι από την Ισπανία έως τη Βόρεια Ευρώπη. Περίπου της ίδιας εποχής με τις πυραμίδες της Αιγύπτου, το Στόουνχετζ – το πιο ολοκληρωμένο από αυτά τα μνημεία – θυμίζει την κίνηση των άστρων.
Χαμένοι πολιτισμοί, Καρακωτσόγλου 1999 και
Μνημεία της αρχαιότητας, Κασταλία 2007

Ο δρόμος υπήρξε μία από τις πρώτες αρχιτεκτονικές διαμορφώσεις. Στήλες μεγάλιθων κι αναμνηστικών στηλών ( Menhir ) Σφιγγών κλπ., τον πλαισίωσαν για να υποβάλλουν με τέχνη στον άνθρωπο το αίσθημα της κίνησης και να συμβολίσουν την πορεία του : τον δρόμο της ζωής.
Υπαίθριοι ναοί ( Kromlech ) του υποβάλλουν το αίσθημα της στάσης και με το κυκλοτερές σχήμα τους ( βλ. παραπάνω φωτογραφία ) το συναίσθημα της ενότητας. Συμβολίζουν έτσι τη φυσική κατοικία του ανθρώπου, που τη σκεπάζει ο θόλος του ουρανού και την περιζώνει ο ορίζοντας κυκλικά.
Τύμβοι κι υπόγειες κατασκευές υπήρξαν επίσης ευθύς εξαρχής χαρακτηριστικές μορφές της αρχιτεκτονικής.
Κι οι μορφές αυτές συγκινούν τον άνθρωπο όταν είναι με τέχνη υποταγμένες στον σκοπό του : όποιος προχωρεί σε δρόμους ωραίους αισθάνεται να φεύγει, όποιος φθάνει στον προορισμό του στέκεται, όποιος ανεβαίνει σε τύμβους ανυψώνεται, όποιος κατεβαίνει σε τάφους αισθάνεται να βυθίζεται τα έγκατα της μητέρας Γης. Έτσι αναγνωρίζει τον συμβολισμό τους.
Ο άνθρωπος λοιπόν άρχισε ν’ απεργάζεται έργα τέχνης, αφ’ ότου άρχισε να θεωρεί τα θαυμαστά της φύσης, δηλαδή να κρίνει το θέαμα για ν’ αποκαλύψει το περιεχόμενο της ζωής. Δίχως τη διάθεση αυτή του ελεύθερου πνεύματος, κάθε αισθητική κλίση του ανθρώπου θα ήταν ανέφικτη. Ακόμη κι η μίμηση, το πλέον πρωτόγονο μέσο αναπαράστασης μιας μορφής, δεν είναι τάση τυφλή προς αναπαραγωγή εντυπώσεων, αλλά προϋποθέτει και αντιπαράσταση του υποκειμένου προς το αντικείμενο, ώστε να θεωρήσει το νόημά του.
Γι’ αυτό, όπως λεει κι ο Hegel ( 1770 – 1831 ) “ Το ωραίο στη φύση δεν φανερώνεται παρά σαν μια αντανάκλαση του ωραίου, που ανήκει στο πνεύμα. Τότε, η αισθητική φύση – όπως τη χαρακτηρίζει ο Lalo * - προβάλλει στα μάτια μας όμοια με κείνη που απεικονίζει η τέχνη και φαίνεται αισθητική.
* Lalo Ch., “ Introduction a’ l’ Esthetique “, Collins 1935.
Ενώ όμως η ζωγραφική, η γλυπτική και η ποίηση εικονίζουν μιμούμενες μορφές γνωστές από τη φύση, η μουσική κι η αρχιτεκτονική φανερώνουν μορφές άγνωστες κι ιδεατές. Φαίνεται ότι δεν μιμούνται τη φύση, παρ’όλο ότι τα έργα τους χωρούν αρμονικά στο περιβάλλον της. Αλλά και οι μιμητικές ακόμη τέχνες παρουσιάζουν μορφές που διαφέρουν κάπως από εκείνες της φύσης, διότι δεν την αντιγράφουν απλώς. Τι είναι λοιπόν η μίμηση στην τέχνη, και τι μιμούνται η μουσική κι η αρχιτεκτονική ;
Πηγές στοιχείων : Παναγιώτης Α. Μιχελής, " Η Αρχιτεκτονική ως τέχνη ", Αθήναι 1979, καθώς και τα βιβλία που ήδη αναφέρθηκαν.